Αντώνιος της Παδούης
| Αντώνιος της Παδούης | |
|---|---|
Αντώνιος της Παδούης από τον Φρανθίσκο ντε Θουρμπαράν (1627–1630) | |
| Διδάσκαλος της Εκκλησίας | |
| Γέννηση | 15 Αυγούστου 1195 Λισαβόνα, Βασίλειο της Πορτογαλίας |
| Γενέτειρα πόλη | Λισαβόνα, Βασίλειο της Πορτογαλίας |
| Κοίμηση | 13 Ιουνίου 1231 (35 ετών)
|
| Τιμάται από | Καθολική Εκκλησία, Αγγλικανική Κοινωνία |
| Αγιοκατάταξη | 30 Μαϊου 1232, Σπολέτο, Ιταλία από τον Πάπα Γρηγόριο Θ΄ |
| Μείζον ιερό | Ποντιφική Βασιλική του Αγίου Αντωνίου της Παδούης, Εκκλησία του Αγίου Αντωνίου στη Λισαβόνα |
| Εορτασμός | 13 Ιουνίου |
| Προστάτης | Κουστοδία των Αγίων Τόπων, θαυμάτων, ταξιδιωτών, για την εύρεση ενός συζύγου, εγκυμοσύνη, θερισμού, ζώων, χαμένων αντικειμένων, χαμένων ανθρώπων, χαμένων ψυχών, ακαρπίας, των άρρωστων, των αναπήρων, των καταπιεσμένων, των πεινασμένων, των ηλικιωμένων, της πίστης στην Θεία Κοινωνία, ναυτικών, ψαράδων, βαρκάρων, χοιροβοσκών, ταχυδρόμων, αντεπαναστάτων, ιθαγενών της Αμερικής, Τιγούα, Παδούης, Λισαβόνας, Πορτογαλίας, Βραζιλίας, Αλβανίας, Πίλα στη Λαγούνα, Ιρίγκα στο Καμαρίνες Σουρ, Καμαλιγκάν στο Καμαρίνες Σουρ, Γκουμπάτ στο Σορσογκόν, Τουμπουράν στο Σεμπού, Σεμπού, Μπαροτάκ Νουέβο στο Ιλοϊλό, Κούσκο, Περού, Κάντι, Σρι Λάνκα |
| δεδομένα () | |
Ο Αντώνιος της Παδούης (επίσης γνωστός και ως Αντώνιος της Πάντοβας, Αντώνιος της Λισαβόνας, γεννημένος στα πορτογαλικά Fernando Martins de Bulhões, 15 Αυγούστου 1195 – 13 Ιουνίου 1231)[1][2] ήταν Πορτογάλος καθολικός ιερέας και μέλος του Τάγματος των Ελασσόνων Αδελφών.
Ο Αντώνιος γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια εύπορη οικογένεια στη Λισαβόνα της Πορτογαλίας, και απεβίωσε στην Παδούη της Ιταλίας. Σημειώνεται από τους συγχρόνους του για το δυνατό κήρυγμά του, την εξαιρετική γνώση της Αγίας Γραφής και την ατελεύτητη αγάπη και αφοσίωσή του στους φτωχούς και τους αρρώστους, ήταν ένας από τους αγίους που αγιοποιήθηκαν ταχύτερα στην ιστορία της εκκλησίας, καθώς ανακηρύχθηκε άγιος σε λιγότερο από έναν χρόνο μετά τον θάνατό του.
Ανακηρύχθηκε Διδάσκαλος της Εκκλησίας από τον Πάπα Πίο ΙΒ΄ στις 16 Ιανουαρίου 1946.
Βίος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πρώτα χρόνια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αντώνιος γεννήθηκε ως Φερνάντο Μαρτινς ντε Μπουλόες στη Λισαβόνα της Πορτογαλίας. Ενώ συγγραφείς του 15ου αιώνα αναφέρουν ότι οι γονείς του ήταν ο Βισέντε Μαρτίνς και η Τερέζα Παΐς Ταβέιρα, και ότι ο πατέρας του ήταν αδελφός του Πέντρο Μαρτινς ντε Μπουλόες, του προγόνου της οικογένειας Μπουλάο ή Μπουλόες (Bulhão), ο Νικολό Νταλ-Γκαλ θεωρεί ότι αυτό είναι λιγότερο βέβαιο.[3] Η πλούσια και ευγενής οικογένειά του φρόντισε να λάβει μόρφωση στην τοπική σχολή του καθεδρικού ναού. Στην ηλικία των 15, έγινε δεκτός στους Αυγουστινιανούς του Τάγματος του Τιμίου Σταυρού στο Αββαείο του Αγίου Βικεντίου, στα περίχωρα της Λισαβόνας.[3]
Το 1212, καθώς του αποσπούσαν την προσοχή οι συχνές επισκέψεις από συγγενείς και φίλους, ζήτησε να μεταφερθεί στη μητρική μονή του τάγματος, τη Μονή του Τιμίου Σταυρού στην Κοΐμπρα, τότε πρωτεύουσα της Πορτογαλίας.[4] Εκεί, ο νεαρός Φερνάντο μελέτησε θεολογία και Λατινικά.
Τάγμα των Φραγκισκανών
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μετά τη χειροτονία του σε ιερέα, ο Φερνάντο ορίστηκε υπεύθυνος φιλοξενίας στην ηλικία των 19, και τέθηκε επικεφαλής της φιλοξενίας για το αββαείο. Ενώ βρισκόταν στην Κοΐμπρα, μερικοί Ελάσσονες Αδελφοί (Φραγκισκανοί) έφτασαν και εγκαταστάθηκαν σε ένα μικρό ασκητήριο έξω από την Κοΐμπρα αφιερωμένο στον Άγιο Αντώνιο τον Μέγα.[4] Ο Φερνάντο έλκονταν έντονα από τον απλό, ευαγγελικό τρόπο ζωής των μοναχών, των οποίων το τάγμα είχε ιδρυθεί μόλις 11 χρόνια νωρίτερα. Έφτασε η είδηση ότι πέντε Φραγκισκανοί είχαν αποκεφαλιστεί στο Μαρόκο, οι πρώτοι του τάγματός τους που σκοτώθηκαν. Ο βασιλιάς Αλφόνσος Β' της Πορτογαλίας πλήρωσε λύτρα για να επιστραφούν τα σώματά τους και να ταφούν ως μάρτυρες στη Μονή του Τιμίου Σταυρού.[4] Εμπνευσμένος από το παράδειγμά τους, ο Φερνάντο έλαβε άδεια από τις εκκλησιαστικές αρχές να φύγει από τους Αυγουστινιανούς για να ενταχθεί στο νέο Φραγκισκανικό τάγμα. Με την αποδοχή του στη ζωή των μοναχών, εντάχθηκε στο μικρό ασκητήριο στο Ολιβάις, υιοθετώντας το όνομα Αντώνιος (από το όνομα του παρεκκλησίου που βρισκόταν εκεί, αφιερωμένου στον Αντώνιο τον Μέγα), με το οποίο θα γινόταν γνωστός.[5]

Στη συνέχεια, ο Αντώνιος ξεκίνησε για το Μαρόκο, σε εκπλήρωση της νέας του κλήσης. Ωστόσο, αρρώστησε σοβαρά στο Μαρόκο και απέπλευσε πίσω για την Πορτογαλία με την ελπίδα να ανακτήσει την υγεία του. Κατά το ταξίδι της επιστροφής, το πλοίο παρασύρθηκε από την πορεία του και προσάραξε στη Σικελία.[6]
Από τη Σικελία, έφτασε στην Τοσκάνη, όπου τοποθετήθηκε σε ένα μοναστήρι του τάγματος, αλλά αντιμετώπισε δυσκολίες λόγω της ασθενικής του εμφάνισης. Τελικά τοποθετήθηκε στο αγροτικό ασκητήριο του Μοντεπάολο ντι Ντοβαντόλα («όρος του Αγίου Παύλου της Ντοβαντόλα»), κοντά στο Φορλί, στη Ρομάνια, μια επιλογή που έγινε λαμβάνοντας υπόψη την κακή του υγεία. Εκεί, κατέφυγε σε ένα κελλί που είχε φτιάξει ένας από τους μοναχούς σε μια κοντινή σπηλιά, περνώντας τον χρόνο του σε ιδιωτική προσευχή και μελέτη.[7]
Ευαγγελισμός και διδασκαλία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το 1222, στην πόλη του Φορλί, ένας αριθμός επισκεπτών Δομινικανών μοναχών ήταν παρόντες με την ευκαιρία μιας χειροτονίας, και προέκυψε μια παρεξήγηση σχετικά με το ποιος έπρεπε να κηρύξει. Οι Φραγκισκανοί περίμεναν ότι ένας από τους Δομινικανούς θα καταλάμβανε τον άμβωνα, καθώς ήταν γνωστοί για το κήρυγμά τους. Ωστόσο, οι Δομινικανοί είχαν έρθει απροετοίμαστοι, νομίζοντας ότι ένας Φραγκισκανός θα έκανε την ομιλία. Σε αυτήν τη δύσκολη θέση, ο επικεφαλής του ασκητηρίου, ο οποίος δεν πίστευε ότι κάποιος από τους δικούς του ταπεινούς μοναχούς μπορούσε να δώσει μια ομιλία για την περίσταση, κάλεσε τον Αντώνιο, τον οποίο υποψιάζονταν ότι ήταν ο πιο κατάλληλος, και τον παρακάλεσε να πει ό,τι θα τον ενέπνεε το Άγιο Πνεύμα.[6] Ο Αντώνιος αρνήθηκε, αλλά υπερίσχυσε η απόφαση, και το αυτοσχέδιο κήρυγμά του δημιούργησε μια βαθιά εντύπωση στο ακροατήριό του. Το ακροατήριό του συγκινήθηκε όχι μόνο από την πλούσια φωνή και τον καθηλωτικό του τρόπο, αλλά και από το θέμα και την ουσία της ομιλίας του, τη βαθιά γνώση της Αγίας Γραφής και την ευγλωττία με την οποία μετέδωσε το μήνυμά του.
Στη συνέχεια, ο Αντώνιος στάλθηκε από τον Αδελφό Γκράτιαν, τον τοπικό επαρχιακό λειτουργό, στη Φραγκισκανική επαρχία της Ρομάνια, με έδρα τη Μπολόνια.[6] Σύντομα τράβηξε την προσοχή του ιδρυτή του τάγματος, του Φραγκίσκου της Ασίζης. Ο Φραγκίσκος είχε μια έντονη δυσπιστία για τη θέση των θεολογικών σπουδών στη ζωή της αδελφότητας του, φοβούμενος ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε εγκατάλειψη της δέσμευσής τους για μια ζωή πραγματικής φτώχειας και υπηρεσίας. Στον Αντώνιο, ωστόσο, βρήκε ένα συγγενικό πνεύμα που μοιράζονταν το όραμά του και μπορούσε επίσης να προσφέρει τη διδασκαλία που μπορεί να χρειαζόταν οποιοδήποτε νεαρό μέλος του τάγματος που επιζητούσε χειροτονία. Το 1224, εμπιστεύτηκε την παρακολούθηση των σπουδών για οποιονδήποτε από τους μοναχούς του στη φροντίδα του Αντωνίου.
Η παραδοσιακή πρακτική της προσευχής για βοήθεια στον Άγιο Αντώνιο για την εύρεση χαμένων ή κλεμμένων αντικειμένων ανάγεται σε ένα περιστατικό κατά τη διάρκεια της ζωής του που συνέβη στη Μπολόνια. Σύμφωνα με την ιστορία, ο Αντώνιος είχε ένα βιβλίο ψαλμών που ήταν σημαντικό γι' αυτόν, καθώς περιείχε τις σημειώσεις και τα σχόλιά του για χρήση στη διδασκαλία των μαθητών του. Ένας δόκιμος που είχε επιλέξει να φύγει πήρε το ψαλτήρι μαζί του. Πριν από την εφεύρεση της τυπογραφίας, οποιοδήποτε βιβλίο αντιγραφόταν με το χέρι, και επομένως, ήταν ένα αντικείμενο μεγάλης αξίας. ένας Φραγκισκανός μοναχός ειδικότερα, δεδομένου του όρκου της φτώχειας του, θα δυσκολευόταν να αντικαταστήσει ένα τέτοιο αντικείμενο. Όταν ο Αντώνιος συνειδητοποίησε ότι το ψαλτήρι του έλειπε, προσευχήθηκε να βρεθεί ή να επιστραφεί, μετά από το οποίο ο κλέφτης συγκινήθηκε όχι μόνο να επιστρέψει το βιβλίο στον Αντώνιο, αλλά και να επιστρέψει στο τάγμα. Το κλεμμένο βιβλίο λέγεται ότι διατηρείται στο Φραγκισκανικό μοναστήρι της Μπολόνια.[8]
Περιστασιακά, ο Αντώνιος αναλάμβανε μια άλλη θέση ως δάσκαλος σε πανεπιστήμια όπως το Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ και το Πανεπιστήμιο της Τουλούζης στη νότια Γαλλία, αλλά το κήρυγμά του θεωρούνταν το υπέρτατο χάρισμά του. Σύμφωνα με τον ιστορικό Σοφρόνιο Κλάσεν, ο Αντώνιος κήρυττε «το μεγαλείο του Χριστιανισμού».[7] Η μέθοδός του περιλάμβανε την αλληγορία και τη συμβολική εξήγηση της Γραφής. Το 1226, αφού παρακολούθησε το γενικό κεφάλαιο του τάγματός του που πραγματοποιήθηκε στην Αρλ της Γαλλίας, και κήρυξε στην περιοχή της Προβηγκίας, ο Αντώνιος επέστρεψε στην Ιταλία και διορίστηκε Επαρχιακός ανώτερος της βόρειας Ιταλίας. Επέλεξε την πόλη της Παδούης ως τοποθεσία του.
Το 1228, υπηρέτησε ως απεσταλμένος από το γενικό κεφάλαιο στον Πάπα Γρηγόριο Θ'. Στην παπική αυλή, το κήρυγμά του χαιρετίστηκε ως «κοσμηματοθήκη της Βίβλου» και του ανατέθηκε να δημιουργήσει τη συλλογή κηρυγμάτων του, Κηρύγματα για Ημέρες Εορτών (Sermones in Festivitates). Ο Γρηγόριος Θ' περιέγραψε τον Αντώνιο ως την «Κιβωτό της Διαθήκης» (Doctor Arca testamenti).
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Purcell 1960, σελίδες 19, 275–276.
- ↑ Foley & McCloskey 2013.
- 1 2 Dal-Gal 1907.
- 1 2 3 Monti 2008.
- ↑ Silva 2011, σελ. 1.
- 1 2 3 «Anthony of Padua: The Italian Years – June 2007 Issue of St. Anthony Messenger Magazine Online». 30 Ιουνίου 2007. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Ιουνίου 2007.
- 1 2 Foley, Leonard. «Who Is St. Anthony?». American Catholic. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Οκτωβρίου 2000. Ανακτήθηκε στις 27 Ιουνίου 2011.
- ↑ «Finding the Real St. Anthony: Devotion to St. Anthony of Padua». 8 Δεκεμβρίου 2000. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Δεκεμβρίου 2000.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Αντώνιος της Παδούης στο Wikimedia Commons